Η αντοχή και η ανθεκτικότητα είναι έννοιες που συνδέονται με την ικανότητά μας να διαχειριζόμαστε τις δυσκολίες της ζωής. Είναι συγγενείς αλλά όχι ταυτόσημες.

Η αντοχή αναφέρεται στην ικανότητα να υπομένω καταστάσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να «λυγίζω». Είναι πιο «στατικό» χαρακτηριστικό. Αν και μπορεί να είναι χρήσιμη, όταν γίνεται αυτοσκοπός μπορεί να οδηγήσει στην εξάντληση. Είναι σα να κρατάς την αναπνοή σου κάτω απ’ το νερό: θα σε βοηθήσει να επιβιώσεις για λίγο, αλλά αν δε βγεις στην επιφάνεια, θα πνιγείς.

Η ανθεκτικότητα αναφέρεται στα αγγλικά ως resilience– που προέρχεται από το λατινικό ρήμα resilire (re= πίσω, salire=πηδώ) και σημαίνει «αναπηδώ πίσω», «ανακρούω»- αναφέρεται στη διαδικασία της αποτελεσματικής προσαρμογής, στη διαχείριση τραυματικών γεγονότων ή στην ικανότητα επαναφοράς από μια δύσκολη κατάσταση. Συνδυάζει την ικανότητα να αντέχω, αλλά να προσαρμόζομαι και να ανακάμπτω μετά από προκλήσεις. Αντί απλά να επιβιώνω από τις αντιξοότητες, τις ξεπερνώ με όρους αυτοεκτίμησης και ανάπτυξης προσαρμοστικών στρατηγικών αντιμετώπισης, μαθαίνω από τις δύσκολες εμπειρίες μου και αναπτύσσω μια ισχυρότερη εκδοχή του εαυτού μου.

Η ανθεκτικότητα, επομένως, δεν αφορά απλά την ικανότητά μας να αντέχουμε ή να «σφίγγουμε τα δόντια» μπροστά στις δυσκολίες. Αφορά την εσωτερική μας δύναμη να παραμένουμε σταθεροί, αλλά και να προσαρμοζόμαστε και να προχωράμε, να αναγνωρίζουμε ότι η ζωή έχει και καλές και κακές στιγμές, και το να τις αποδεχόμαστε και να βγαίνουμε από αυτές πιο δυνατοί είναι μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε στιγμές απογοήτευσης ή αδυναμίας, αλλά ότι μπορούμε να ανακτήσουμε τις δυνάμεις μας και να συνεχίσουμε.

Στο πεδίο της Ψυχολογίας, η ανθεκτικότητα νοείται ως μια ικανότητα πιο δυναμική και εξελίξιμη, ενώ η αντοχή είναι περισσότερο συνδεδεμένη με τη σταθερή ικανότητα κάποιου να υπομένει.

Πώς διαμορφώνονται από μικρή ηλικία;

Από την παιδική ηλικία, αρχίζουμε να χτίζουμε την αντοχή και την ανθεκτικότητά μας μέσω των εμπειριών που έχουμε με τους «σημαντικούς άλλους». Το οικογενειακό περιβάλλον και οι πρώτες μας επαφές με τη ματαίωση, την απογοήτευση, την απώλεια και την αποτυχία παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη αυτών των δεξιοτήτων. Τα παιδιά που αντιμετωπίζουν μικρές προκλήσεις και μαθαίνουν να τις ξεπερνούν, συνήθως αναπτύσσουν καλά επίπεδα αντοχής και ανθεκτικότητας.

Αντίθετα, όταν μεγαλώνουμε σε περιβάλλοντα που αποφεύγουν την απογοήτευση ή παρέχουν υπερβολική προστασία, μπορεί να έχουμε μεγαλύτερη δυσκολία να ανταπεξέλθουμε στις μελλοντικές προκλήσεις.

Ο Wilfred Bion, μίλησε για τη «μητρική λειτουργία της μεταβόλισης του άγχους»: όταν το βρέφος βιώνει άγχος (που είναι ακατέργαστο), η «αρκετά καλή» μητέρα (εκείνη δηλαδή που είναι σταθερά εκεί, ανθρώπινη, και ανταποκρίνεται στις ανάγκες του βρέφους με έναν τρόπο που το βοηθά να χτίσει τον ψυχισμό του και όχι εκείνη που παρέχει την «τέλεια» φροντίδα) το υποδέχεται, το συγκρατεί, το μεταβολίζει και το επιστρέφει με τρόπο που μπορεί να γίνει ανεκτό. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το παιδί χτίζει μια βασική ψυχική λειτουργία: να αντέχει τον εαυτό του και τον κόσμο.

Η θεωρία των εσωτερικών αντικειμένων (Ronald Fairbairn) τονίζει ότι όταν έχουμε εσωτερικεύσει σταθερά και καθησυχαστικά αντικείμενα, μπορούμε να διαχειριστούμε την απώλεια, τη ματαίωση ή την απειλή χωρίς να καταρρέουμε, γιατί κρατιόμαστε από το «μέσα» μας.

Ο Donald Winnicot μίλησε για το «αρκετά καλό κράτημα» ως «ψυχική μήτρα ασφάλειας». Το «αρκετά καλό κράτημα» περιλαμβάνει:

  • σωματική παρουσία (το κράτημα κυριολεκτικά)
  • συναισθηματική διαθεσιμότητα
  • ψυχική ερμηνεία των αναγκών του παιδιού χωρίς ωμή απόρριψη ή υπερβολική διείσδυση.

Μα απλά λόγια, το περιβάλλον που «κρατάει επαρκώς» (ψυχικά) είναι ένα περιβάλλον που αντέχει το κλάμα, το άγχος, την ανάγκη του παιδιού χωρίς να το απορρίπτει ή να το κατακλύζει με πανικό. Κάπως έτσι δημιουργείται η «ψυχική μήτρα ασφάλειας».

Η ανθεκτικότητα για τον Winnicott είναι καρπός αυτού του «αρκετά καλού κρατήματος»: μιας πρώιμης εμπειρίας δηλαδή, όπου το περιβάλλον αντέχει το όποιο δύσφορο συναίσθημα χωρίς να το διαλύει ή να μας διαλύει. Αν ένα παιδί έχει μεγαλώσει σε έναν τέτοιο «ψυχικό χώρο», εσωτερικεύει αυτή τη λειτουργία και χτίζει σιγά σιγά ψυχική ελαστικότητα: «Ό,τι μου συμβαίνει, αντέχεται. Δεν είναι επικίνδυνο να νιώθω».

Επομένως, από Ψυχοδυναμική σκοπιά, η ανθεκτικότητα δεν είναι εγγενής, αλλά μια ψυχική ικανότητα που χτίζεται μέσω εσωτερικευμένων σχέσεων που «κρατούν» και νοηματοδοτούν τα συναισθήματά μου και με μαθαίνουν ότι μπορώ να διαχειριστώ το όποιο ψυχικό φορτίο χωρίς να αποδιοργανώνομαι, αφού έχω υπάρξει αρκετά ασφαλής για να ξέρω ότι μπορώ να «πέσω» χωρίς να χαθώ.

Υπερβολική αντοχή: Κίνδυνοι

Είναι πιθανό να έχουμε αναπτύξει υπερβολικά όρια αντοχής, «αντέχοντας» ακόμη και όταν δεν αντέχουμε! Η τάση να πηγαίνουμε πέρα από τα όριά μας, να «κρατάμε» πράγματα από τους άλλους ή να μην ζητάμε βοήθεια, μπορεί να οδηγήσει σε συναισθηματική εξάντληση. Η υπερβολική αντοχή συχνά συνδέεται με την ανάγκη μας να αποδείξουμε ότι είμαστε «άτρωτος/η», ότι «δεν έχουμε ανάγκη», σε μια προσπάθεια να κρύψουμε ίσως και από τον εαυτό μας ότι μπορεί να είμαστε «ευάλωτοι». Όμως, αυτό μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ψυχική και σωματική μας υγεία.

Οι άνθρωποι με υπερβολική αντοχή συχνά καταλήγουν να «καίγονται», να νιώθουν συναισθηματικά αποκομμένοι ή να παλεύουν με την αίσθηση ότι δεν αξίζουν να «σταματήσουν» ή να «φροντίσουν» τον εαυτό τους.

Η αντοχή χωρίς όριο συχνά δεν είναι γενναιότητα- είναι μοναξιά «καμουφλαρισμένη» με θάρρος.

Τι γίνεται αν κάποιος δεν αντέχει;

Αν κάποιος δεν έχει αναπτύξει αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν σημαίνει ότι είναι «αδύναμος/η» ή «ακατάλληλος/η» για τη ζωή. Σημαίνει ότι δεν του δόθηκαν τα εργαλεία να μάθει να επιβιώνει στο άγριο και αβέβαιο περιβάλλον γύρω του με υγιή και λειτουργικό τρόπο. Δεν είναι «λάθος» του, ούτε κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπεται. Είναι κάτι που μπορεί να αλλάξει και να αναπτυχθεί με το χρόνο και τη σωστή υποστήριξη.

Εν κατακλείδι, η αντοχή και η ανθεκτικότητα αποτελούν δύο διαφορετικούς αλλά συμπληρωματικούς μηχανισμούς προσαρμογής. Η αντοχή μάς επιτρέπει να παραμένουμε λειτουργικοί μέσα σε έντονες πιέσεις, προστατεύοντάς μας από την κατάρρευση. Η ανθεκτικότητα μας βοηθά να ανασυγκροτούμαστε και να ενσωματώνουμε δύσκολες εμπειρίες με τρόπο που οδηγεί στην ψυχική μας ενδυνάμωση και εξέλιξη. Χρειαζόμαστε και τις δύο.

Η ανάπτυξη αντοχής και ανθεκτικότητας είναι μια συνεχής διαδικασία που μας επιτρέπει να «μεγαλώνουμε», να προσαρμοζόμαστε και να φροντίζουμε τον εαυτό μας, όχι να τον εξαντλούμε.

Η δύναμη δεν βρίσκεται στο να υπομένουμε τα πάντα, αλλά στο να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να αναγνωρίζει τα όριά του.

Κλείστε το ραντεβού σας

Πείτε μας την ημερομηνία και την ώρα που σας εξυπηρετεί και θα επικοινωνήσουμε μαζί σας.

Σχετικά Άρθρα